Και θα δεις εκεί νιότη, με τη χαρά της ανεμελιάς και την άγνοια των επόμενων βημάτων.
Και θα δεις και τα επόμενα βήματα με σάρκα και οστά.
Και εκεί που θα στάξεις, θα είναι αυτά τα νεανικά γέλια που λατρεύουν το αύριο κι ας μην το ξέρουν.
Θα στάξεις όμως και σ αυτές τις ψυχές που θα ρίξουν ένα ζεϊμπέκικο γεμάτο από τη ζωή που έζησαν.
Σ αυτές τις ψυχές που θα λικνίσουν το τσιφτετέλι και θα κλείσουν το μάτι σ αυτό το αύριο που δεν ξέρουν τι τους φυλάει, αλλά που είναι εδώ να το πασπατέψουν.
Και υπάρχουν και κάποιες ψυχές που όταν σηκωθούν, εάν σηκωθούν, εκεί θα αποφασίσεις να πιείς τη γουλιά από το κρασί σου και να μιλήσεις στην παρέα σου.
Κι αυτό γιατί αυτές οι ψυχές είτε το θέλουν είτε όχι, δεν μοιράζονται ούτε το μπιρ αλλάχ τους ούτε το ράμπι ράμπι τους.
Ζουν μόνες τους, γι αυτές και μόνο.
Ε αυτές οι ψυχές δεν θα σε κάνουν να δακρύσεις ούτε να νιώσεις αυτόν τον αναστεναγμό που σφηνώνει λίγο πιο πάνω από το διάφραγμα και που γίνεται λυγμός και πόνος. Αυτές οι ψυχές, για να δικαιωθούν κι αυτές λιγάκι, θα χορέψουν για την πάρτη τους, για τη δική τους λαχτάρα . Και ίσως ακούσεις γι’ αυτές ξανά σε άλλο μεταθανάτιο γλέντι.
Αφήστε μια απάντηση