Σιχαίνομαι τη λέξη «περίμενε». Είχα ακούσει κάποτε μια ιστορία για έναν άνθρωπο που μια ζωή περίμενε. Όταν ήταν μωρό, περίμενε να γίνει νήπιο να ανακαλύψει τις γωνίες και τα χαλιά του σπιτιού. Όταν ήταν νήπιο, περίμενε να γίνει παιδάκι, για να ανακαλύψει τις γωνίες και τα μυστικά των κήπων. Όταν ήταν παιδάκι, περίμενε να γίνει έφηβος, να ανακαλύψει τις γωνίες και τα μυστικά του έρωτα. Όταν ήταν έφηβος, περίμενε να γίνει ενήλικας, να μάθει τις γωνίες και τα μυστικά της ενήλικης ζωής. Όταν έγινε ενήλικας, περίμενε να φτάσει στη μεσήλικη ζωή για να είναι πραγματικά ανεξάρτητος και ελεύθερος, να έχει τις δικές του γωνίες και τα δικά του μυστικά. Όταν έγινε μεσήλικας, περίμενε να γίνει συνταξιούχος για να απολαύσει την ελευθερία του, τις γωνίες του και τα μυστικά του. Και μετά περίμενε το θάνατο. Περίμενε.. περίμενε.. περίμενε… έλα που ούτε ο θάνατος του έκανε τη χάρη. Δεν ερχόταν. Περίμενε. Ο θάνατος πουθενά. Σε καμία γωνιά. Σε κανένα μυστικό. Σε κανένα έρωτα. Σε καμία ανεξαρτησία. Σε καμία ελευθερία. Εκεί κάπου στα 138 έτη το πήρε απόφαση. Δεν θα περίμενε άλλο. Θα έφευγε. Όσο περιμένεις δεν έρχεται. Πήρε μια βάρκα. Όσο πιο μικρή γινόταν. Με ένα τρίγωνο πανί. Και ξεκίνησε για την άκρη της γης. Ξεκίνησε για να διασχίσει θάλασσες κι ωκεανούς. Και κάπου εκεί χάθηκαν τα ίχνη του. Την ιστορία του την έμαθα από ένα δελφίνι. Από ένα δελφίνι που κάποτε τον συντρόφευσε σε μια μεγάλη καταιγίδα. Που μετά την καταιγίδα δεν τον ξανάδε ποτέ και δεν έμαθε νέα του. Γι’ αυτό σου λέω. Δε μ αρέσει η λέξη «περίμενε».
Ο άνθρωπος που περίμενε
από
Αφήστε μια απάντηση