Θυμάσαι που σου είχα πει ότι όταν ασπρίσουν τα μαλλιά μου, δεν θέλω να τα βάψω; Κράτα το.
Εκείνο το καλοκαίρι στα Κύθηρα, τους είδα.
Κατέβαινα το μονοπάτι ένα πρωινό, μόλις που είχε βγει ο ήλιος.
Ήμουν τυλιγμένη με το μαντήλι μου, αγουροξυπνημένη και έμπαινε η άμμος στα σανδάλια μου. Είχε αέρα.
Και τότε τους είδα.
Ήταν μια παρέα που είχε κοιμηθεί στην παραλία. Μεγαλύτερης ηλικίας. Μικρές Κυκλάδες όλοι τους. Άσπρα μπαμπακένια μαλλιά, ηλιοκαμένο δέρμα και ασήμι στ’ αυτιά και τα χέρια.
Οι δύο είχαν μισοσηκωθεί, οι άλλοι ακόμη χωμένοι στα sleepies τους.
Αυτοί οι δύο λοιπόν. Το ένα είχε γείρει πάνω στο άλλο. Μαλλάκια λευκά, αγουροξυπνημένα κι αυτά, πετάγανε από τον ύπνο. Αγκαλίτσα αλμυρή και σπίθες αγάπης γύρω τους. Και τους κοίταζα και ήξερα με μια βεβαιότητα από πολύ βαθιά μου, ότι μας πέτυχα. Μας πέτυχα στο αύριο. Μου εμφανίστηκε το μέλλον μας.
Και μαγνητισμένη κατηφόριζα στη θάλασσα.
Και ήθελα να μπω γρήγορα μέσα και να τρέξω γρήγορα να σε βρω να στο πω.
Βγήκα από το νερό. Πάτησα στην άμμο. Σκόνταψα στα βότσαλα. Έτρεξα στο μονοπάτι.
Αλλά δεν σε βρήκα.
Η καβάντζα ήταν άδεια. Τα πανιά σπασμένα. Η αιώρα σκισμένη.
Φώναζα. Ούρλιαζα. Έκλαιγα. Μάτωνα. Μα μας είχα δει!
Πώς γίνεται τώρα να είναι όλα σκισμένα!
Δε χρειάζεται να σου πω ότι την απάντηση μου την έδωσε ο τζίτζικας που είχε εγκλωβιστεί στη ρόδα του αυτοκινήτου.
Αυτό είναι το τίμημα όταν κρυφοκοιτάς το μέλλον.
Κράτα με τώρα που στα λέω. Πάρε με αγκαλιά.
Κακό όνειρο! Κακό!
Αφήστε μια απάντηση