Ήμουν κάποτε ξυλόγλυπτη γοργόνα στην πλώρη ενός τρικάταρτου πειρατικού.
Έσκιζα τα νερά τη μέρα και τα βράδια ρουφούσα τις ιστορίες των πλασμάτων και των αστεριών.
Μια νύχτα με πανσέληνο, ήρθε το δελφίνι και με φύσηξε. Και έδωσα μια και βρέθηκα στο κατάστρωμα να λέω τις ιστορίες που έμαθα όλες αυτές τις πειρατικές νύχτες.
Κανείς δεν εξεπλάγην. Κανείς δε ρώτησε. Είχαν όλοι τους τα μυαλά αδάμαστα.
Καθόμουν στη μέση και μίλαγα για νύχτες με φεγγάρια, για ψάρια και για τέρατα, για φουρτούνες και μπουνάτσες, για αλήθειες και για ψέμματα.
Τη μέρα καθόμουν στην πλώρη και τραγούδαγα και έπλαθα τις ιστορίες που θα έλεγα το βράδυ. Δίπλα στο ανθρώπινο σώμα μου ήταν ένα κανατάκι κόκκινο κρασί και στις ιστορίες μου ο άπειρος ορίζοντας.
Μια μέρα μέσα από έναν πειρατικό γείτονα, εμφανίστηκες εσύ.
Ένα μικρό σκαθάρι με μαλλιά φύκια πλεχτά και μάτια όνειρα πολλά.
Με ένα σάλτο βρέθηκες στην πλώρη και αντί για γοργόνα σκαλιστή, βρήκες ένα κόκκινο κορίτσι με κοχύλια στα μαλλιά και θάλασσα για σάλιο.
Έβγαλες από τον κόρφο σου ένα μικρό αυλό και βάλθηκες να ντύνεις τα τραγούδια μου. Νότες παλιές και νότες δικές σου ξεπήδαγαν από τις τρύπες του αυλού και κούμπωναν στις συλλαβές τις δικές μου.
Το δελφίνι ήρθε ξανά και φύσσηξε και μας έντυσε με αστροφέγγινο φωτάκι για να μας κρατήσει μαζί.
Όταν τελείωσε αυτό το πρώτο πρώτο τραγούδι μας, είχαν ήδη μαζευτεί οι πειρατές και από τα δύο καράβια, γύρω μας και έκλαιγαν σαν παιδιά, σαν παιδιά της θάλασσας και τ’ ουρανού.
Κι έτσι, εγώ κι εσύ, από τότε, κάθε πρωί μαζεύαμε νότες και λέξεις από ωκεανούς και στεριές και κάθε βράδυ τις παντρεύαμε σε αιώνια τραγούδια κάτω από τον αστέρινο θόλο.
Αφήστε μια απάντηση