Γκιουζέλ Χανούμ

Πέφτουν οι νότες πάνω μου βροχή και στέκομαι σε κάθε κατώφλι, κάτω από κάθε κάσα, σε κάθε τοίχο και αφήνω την ανάσα μου να υγράνει τον αέρα και να φύγει έστω αυτή ελεύθερη από μέσα μου

Κανένα τραγούδι δεν κατόρθωσε να γκρεμίσει αυτούς τους τέσσερις τοίχους

Κανένας χορός, κανένα βλέμμα, καμία υπόσχεση δεν κατάφερε να λύσει τις αλυσίδες των χεριών μου

Κι αυτές οι αλυσίδες

Από τρίχες των μαλλιών μου, μαμά

Κανείς δεν σκέφτηκε να μου κόψει τα μαλλιά

Ούτε καν εγώ η ίδια

Μου μίλαγαν όλοι για τη δύναμη των μαλλιών μου

Μα δεν έβλεπαν; Αδιαφορούσαν;

Δεν έβλεπαν ότι αυτά είχαν πλεχτεί ανάμεσα στα χέρια μου και μετά είχαν δέσει τα χέρια μου μεταξύ τους

Κι εγώ στεκόμουν με τα χέρια δεμένα

Να ακούω τις νότες να με χτυπούν

Να κρατώ κι εγώ ρυθμό στα βήματα των δεσμοφυλάκων μου

Τι πιο φυσιολογικό;

Μου μίλαγαν για λίμνες για λύπες

Κι εγώ μες στης πόλης το ακρογιάλι και τη σιγαλια

Γκελ γκελ

Με μάτια κάρβουνο, πίσω από υφάσματα και τοίχους, όμορφη στο όνομα και στη χάρη, η γκιουζελ χανουμ που περιμένει μια ζωή να την κλέψουν, να τη λευτερώσουν γιατί μόνη της έχει τα χέρια δεμένα με τα ίδια της τα μαλλιά

Γκελ γκελ


Δημοσιεύτηκε

σε

από

Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *