Μια φορά κι έναν καιρό, γιατί πάντα έτσι πρέπει να ξεκινά ένα παραμύθι, σε μία κοιλάδα, ανάμεσα σε κάτι θεόρατα βράχια, υπήρχε ένα μικρό χωριό. Δηλαδή, μικρό… όχι και τοσοδούλικο… Ήταν ας πούμε, ένα μεσαίο χωριό. Το χωριό αυτό ήταν κτισμένο στη μέση μίας στενής κοιλάδας. Το χωριό λοιπόν ήταν περιτριγυρισμένο από τα βράχια και από τη θάλασσα. Οι κάτοικοί του όπως καταλαβαίνετε, μία κοιτούσαν προς τη θάλασσα, μία κοιτούσαν προς τα βράχια. Ανάλογα με την ψυχολογική τους διάθεση. Όταν για παράδειγμα είχαν μία διάθεση έτσι πιο ταξιδιάρικη, γύρναγαν το κεφάλι προς τη θάλασσα. Και με το κεφάλι έτσι γυρισμένο ακολουθούσαν τα κυματάκια, τα καραβάκια, τα δελφίνια. Όταν από την άλλη είχαν μία διάθεση έτσι πιο μελαγχολική ή πιο φιλοσοφική θα λέγαμε, γύρναγαν το κεφάλι τους προς τα βράχια. Ακολουθούσαν τις κορυφές τους, τις χαρακιές τους, τους γκρεμνούς τους. Και έτσι κύλαγε η ζωή σε αυτό το χωριό. Μία κοιτώντας προς τα εκεί, μία κοιτώντας προς την άλλη.
Μα σε αυτό το χωριό δεν ζούσαν μόνο άνθρωποι. Ζούσαν φυσικά και ζώα. Κυρίως μαλλιαρά πρόβατα, χαρωπά σκυλιά, υποχθόνιες γάτες, τσουπωτές κότες και φωνακλάδικα κοκόρια. Θα ανέφερα σε αυτό το σημείο και τα πουλιά, αλλά αυτά ως περιπλανώμενα και διαβατάρικα, δεν λογαριάζονται στους μόνιμους κατοίκους του χωριού, παρά μόνο ως επισκέπτες.
Και επανερχόμαστε λοιπόν, στα φωνακλάδικα κοκόρια. Σε αυτό λοιπόν το χωριό, τα κοκόρια ήταν ένα θέμα μοναδικό και που αν δεν με απατά η μνήμη και η γνώση μου, σε κανένα άλλο σημείο στον κόσμο δεν έχουν υπάρξει τόσο μοναδικό θέμα.
Πρώτα πρώτα εδώ είχε αρθεί ο κανόνας μόνο ένας κόκορας σε κάθε κοτέτσι. Εδώ τα κοκόρια ανά κοτέτσι ήταν ποικίλα – δύο, τρία, τέσσερα, κλπ κλπ. Ενίοτε δε σε κάποια κοτέτσια, τα κοκόρια ήταν παραπάνω και από τις κότες. Εδώ το βασικό νόημα της ζωής των κοκόρων ήταν μα φυσικά τί άλλο από το κακάρισμα. Ω ναι! Κακάριζαν με την ψυχή τους. Έπειτα, εδώ τα κοκόρια δεν κακάριζαν μόνο κατά την ανατολή του ήλιου! Όχι βέβαια! Είχαν απαρνηθεί αυτή τη στεγνά διεκπεραιωτική αποστολή που τους είχαν ορίσει οι άνθρωποι. Εδώ τα κοκόρια μας ήταν γνήσιοι καλλιτέχνες της ζωής!
Για το λόγο λοιπόν αυτό, τα κοκόρια σε αυτό το χωριό από την αρχή του έτους, δηλαδή από κάθε Γενάρη, εκεί γύρω στις Αλκυονίδες μέρες και μέχρι το τέλος του έτους, δηλαδή λίγο πριν τα Χριστούγεννα, επιδίδονταν στους λεγόμενους «Κακαροδιαγωνισμούς», έναν θεσμό που είχε γίνει πλέον λατρεία και που ξεκίνησε από τον πρώτο Κόκορα του χωριού πολλά πολλά χρόνια πριν. Το ακριβές όνομα και γένος του πρωτοκόκορα δεν έχουμε καταφέρει ακόμη να εντοπίσουμε, λόγω δόλιου σαμποτάζ των ανθρώπινων αρχών.
Στους Κακαροδιαγωνισμούς συμμετείχαν φυσικά όλα τα κοκόρια του χωριού. Όπως καταλαβαίνετε βέβαια, μέχρι το τέλος του έτους υπήρχαν πάντα κάποιες απώλειες, λόγω πασχαλινών τραπεζιών, κάποιων κρυολογημάτων, κάποιων γάμων. Αλλά οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι ακόμη και οι άνθρωποι είχαν αρχίσει να θαυμάζουν τόσο πολύ τις μουσικές επιδόσεις των κοκόρων, που είχαν αρχίσει να περιορίζουν τις μακάβριες πρακτικές τους. Εντάξει ίσως συνέβαλε και το κύκνειο κακάρισμα των προς σφαγή κοκόρων.
Τέλος πάντων, για να επιστρέψουμε στους Κακαροδιαγωνισμούς, διαιτητές φυσικά ήταν τα σπουργίτια και τα χελιδόνια, όταν τα τελευταία ήταν εδώ. Στους Κακαροδιαγωνισμούς όλα τα κοκόρια συναγωνίζονταν για το ποιο είχε το πιο στεντόριο, μυστηριακό, ιδιαίτερο, βραχνό, μουσικό κακάρισμα. Οι διαιτητές κάθε κοτετσιού, αρχικά, κάθε απόγευμα, εκεί κοντά στο σούρουπο, μαζεύονταν στα κλαδιά και αποφασίζαν για το καλύτερο κακάρισμα του κοτετσιού. Και μετά κάθε άνοιξη, εκεί κοντά στο Πάσχα, επιλεγόταν το καλύτερο κακάρισμα της γειτονιάς και προς τα Χριστούγεννα επιλεγόταν ο μεγάλος φιναλίστ από όλο το χωριό. Όπως καταλαβαίνετε ήταν μία διαδικασία αρκετά πολύπλοκη, δεδομένου ότι στους Κακαροδιαγωνισμούς, οι διαιτητές ήταν αυτοί που πήγαιναν από κοτέτσι σε κοτέτσι και από γειτονιά σε γειτονιά και επέλεγαν τον πιο ορθόφωνο κόκορα.
Έτσι λοιπόν και τότε που ιστορείται αυτό το παραμύθι, εκείνη δηλαδή τη χρονιά, στους Κακαροδιαγωνισμούς, εκεί γύρω στο καλοκαίρι είχαν καταλήξει οι κριτές ότι ανάμεσα στους πιο ορθόφωνους κόκορες της πάνω συνοικίας, ήταν ο κόκορας ο λεγόμενος ρεμπέτης. Ρεμπέτη τον είχε αποκαλέσει ένα χελιδόνι τον Απρίλη της ίδιας χρονιάς, γιατί του θύμιζε λέει κάτι άσματα που άκουγαν οι άνθρωποι σε μία πόλη και που ήταν έτσι μυστηριακά και ταξιδιάρικα και ιδιαίτερα και μίλαγαν για αγάπη και ζωή και πόνο και πάθη και λάθη και που αυτοί που τα τραγούδαγαν ήταν κάπως αλανιάρηδες. Και τον αποκάλεσε έτσι επειδή τέλος πάντων, θα είχε τους λόγους του κι αυτός ο χελιδονοκριτής.
Το θέμα είναι ότι αυτό το κοκόρι ήταν όντως αλανιάρικο και όντως κακάριζε όλη την ώρα και ότι ο άνθρωπος αφεντικό του δεν ήταν τόσο ευαίσθητος με τις καλλιτεχνικές ανησυχίες του κοκοριού του. Το είχε πάρει αυτό το κοκόρι για να τακτοποιεί τις κότες, για να του κάνουν αυγά και για να το φάνε τα χριστούγεννα που ερχόντουσαν τα παιδιά του από την πόλη. Τί κακαρίσματα και βλακείες. Αυτός δεν σκάμπαζε από τέτοια. Και όχι μόνο αυτό, κάθε φορά που το κοκόρι της ιστορίας μας, μα θέλεις έκανε πρόβα, μα θέλεις κακάριζε για την πάρτι του, μα θέλεις κακάριζε για τους Κακαροδιαγωνισμούς, έβγαινε αυτός ο άνθρωπος μάστιγα από το σπίτι με μία πέτρα και του την πετούσε για να σκάσει. Δηλαδή για να σας δώσω να καταλάβετε στους ημιτελικούς της άνοιξης, αναγκάστηκε η διοργανωτική επιτροπή να δεχθεί να πάει ο κόκοράς μας σε άλλη γειτονιά, στα κλεφτά, προκειμένου να διαγωνιστεί.
Εκείνο λοιπόν το καλοκαίρι, ο κόκοράς μας, αφού είχε ήδη διακριθεί, αλλά και ανεξάρτητα από αυτό, επειδή το κακάρισμα ήταν η ζωή του, επειδή δεν τον ένοιαζαν οι κότες και επειδή όταν ανέτειλε ο ήλιος ήθελε να κακαρίσει όχι για να ξυπνήσει τους ανθρώπους, αλλά επειδή η ψυχή του λαχταρούσε να συγχρονιστεί με αυτό το μεγάλο θέαμα, αποφάσισε να τα παρατήσει όλα και να πάει να αναρριχηθεί στα μεγάλα βράχια που έπνιγαν το χωριό και να πάει να ζήσει στη μεγάλη κορυφή και να κακαρίζει όποτε τέλος πάντων εκείνος θέλει. Ο κόκοράς μας ήταν πεπεισμένος ότι αυτή ήταν η ζωή που ήθελε να κάνει και αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίο είχε αποφασίσει να το κάνει. Τον είχαν κουράσει πια οι αγριοφωνάρες του ατάλαντου αφεντικού του, τον οποίο πολύ θα ήθελε να έλεγε μπαμπά, αλλά ήταν αφεντικό του, τον είχαν κουράσει οι πέτρες και τα κυνηγητά και το με το ζόρι παντρειά. Φτάνει! Ως εδώ!
Έτσι, μία μέρα του Ιουλίου λίγο πριν τα ξημερώματα, με ένα ελαφρύ πέταγμα βγαίνει από το φράχτη του κοτετσιού. Ρίχνει μία ματιά ψηλά προς τα βράχια και αρχίζει σιγά σιγά να περπατάει προς τα εκεί. Μαζί του δεν είχε τίποτα. Μα και τί να πάρει άλλωστε. Όλο και κάτι θα έβρισκε από τα διπλανά κοτέτσια ή στη διαδρομή προς τα βράχια. Τα άλλα πουλιά δηλαδή πώς ζουν; Έτσι θα ζούσε κι αυτός.
Βήμα βήμα και ψιλοπέταγμα, βήμα βήμα και πήδημα, κατάφερε και όταν ξημέρωσε ο ήλιος, είχε βγει στα πάνω πάνω σπίτια του χωριού. Εκεί έκανε το πρώτο του διάλειμμα. Όσο κι αν ήθελε να κακαρίσει, κράταγε την επιθυμία του. Πρώτα πρώτα δεν ήθελε να προδοθεί. Και δεύτερον και πιο σημαντικό απ’ όλα, ήθελε το πρώτο κακάρισμα της ελευθερίας του να το ρίξει όταν φτάσει στην κορυφή του βράχου.
Έτσι λοιπόν, μετά από μία μικρή ανάπαυλα ξεκίνησε να περπατά στο μονοπάτι προς τα βράχια. Είναι γεγονός ότι ήταν αρκετά ευκίνητος και αρκετά δυνατός, ωστόσο εκεί κατά τα μισά, η δίψα του χτύπησε την πόρτα. Και όπως και να το κάνεις, δεν είναι απαραίτητα εύκολο να βρει κανείς νερό σε μία βραχώδη περιοχή. Ωστόσο, ο κόκοράς μας αποφάσισε να μη δώσει σημασία ακόμη στη δίψα του και να ασχοληθεί με αυτό το θέμα όταν θα είχε φτάσει πια κοντά στους πρόποδες. Εκεί όλο και κάποια πηγή θα υπήρχε.
Συνέχισε λοιπόν, αρκετά καμαρωτά θα λέγαμε, τη διαδρομή του. Πέρασε πουρνάρια που του γραντζούνισαν τα φτερά, σκόνταψε σε πέτρες που πετάγονταν από το έδαφος, τα πόδια του γραπώθηκαν σε ρίζες δέντρων που προεξείχαν, συνάντησε σκουλίκια και σκουλικαντέρες – τις οποίες θα τολμήσω να πω ότι δοκίμασε να φάει, αλλά αηδιάσε λιγάκι – συνάντησε χελώνες και λαγούς, μύρισε θυμάρια και ρίγανες και με τα πολλά και με τα λίγα, έφτασε επιτέλους, εκεί κατά το μεσημεράκι, στην αρχή των βράχων.
Λίγο όμως η διαδρομή, λίγο ο ήλιος του Ιουλίου, λίγο η δίψα που του είχε ήδη μιλήσει εδώ και ώρες πολλές πριν, ο κόκοράς μας ήταν έτοιμος να πέσει λιπόθυμος. Δίψαγε πολύ. Άρχισε να πηγαίνει από δω, να πηγαίνει από κει, αλλά πουθενά, πουθενά, μα το θεό των κοκόρων και του τραγουδιού, δεν έβρισκε κάποια πηγή, κάποια λακκούβα με νερό, κάτι.
Είχε αρχίσει να χάνει κάθε του πίστη και ελπίδα, όταν ξάφνου με την άκρη του πετεινίσιου του ματιού είδε κοντά στη βάση ενός βράχου, μαύρα και πράσινα γλιτσερά φυτά που γυάλιζαν, όπως έπεφταν οι αχτίνες του ήλιου και αν δεν τον γέλαγαν τα κοκορίσια του αυτιά, άκουγε κι ένα ρυθμικό τικ τικ. Άρχισε να τρέχει προς τα κει, πηδώντας, ψιλοπετώντας, χοροπηδώντας και ω ναι! Μα τον Απόλλωνα, νερό ανάβλυζε από τη βάση του βράχου και έσταζε αργά και ρυθμικά και με το ράμφος του ανοιχτό, άρχισε να καταπίνει λαίμαργα τις σταγόνες και τις ένιωθε να του γαργαλάνε το λαιμό. Ένα ολόκληρο λεπτό έπινε το νεράκι και ένιωθε σιγά σιγά να στηλώνεται το περήφανο κοκορίσιο κορμί του. Ένιωθε ότι όλο το κοκορίσιο σύμπαν ήταν εκεί να τον βοηθήσει να ακολουθήσει τον κοκορίσιο σκοπό του.
Με ανανεωμένη όρεξη και πάθος, έριξε μία ματιά στον πελώριο βράχο που ορθωνόταν πάνω από την πηγή. Κάθετος. Μονοκόμματος. Χωρίς μονοπάτια και διαδρομές. Μόνο ένας ικανός αναρριχητής θα μπορούσε να τον ανέβει. Και μόνο κάποιος που το λεγε η καρδούλα του. Και ποιανού άλλου το λεγε η καρδούλα του πιο πολύ από τον περήφανο κόκορά μας; Θα σας προλάβω. Κανενός. Έχετε δει πολλά κοκόρια να είναι βέβαια ότι είναι σε θέση να αναρριχηθούν σε έναν απόκρημνο βράχο; Μα όχι βέβαια! Ένα μόνο! Ο κόκορας ρεμπέτης!
Κι έτσι ο κόκοράς μας αποφασισμένος να αλλάξει τη ζωή του, αποφασισμένος να κακαρίζει ελεύθερα στον κόσμο, όποτε του αρέσει και όποτε του το λέει η ψυχούλα του, άρχισε να γαντζώνει τα γαμψά του νύχια στις προεξοχές του βράχου. Αργά, προσεκτικά, με δύναμη και πίστη, μέτρο μέτρο, ο κόκοράς μας προχωρούσε.
Εν τω μεταξύ, κάποιοι κάτοικοι του χωριού, αυτοί που είχαν τη διάθεση της μελαγχολίας και της φιλοσοφικής ανάλυσης την ημέρα εκείνη και που για αυτό το λόγο είχαν γυρίσει το κεφάλι τους προς τα βράχια, είχαν αρχίσει να μιλάνε για μία μαύρη κουκίδα που είχαν εντοπίσει προς τα κει. Μία μαύρη κουκίδα που σιγά σιγά προχωρούσε.
Αρχίσαν τις μαντεψιές, αρχίσαν τα στοιχήματα. Ε κάποιος έφερε και τα κιάλια. Στην αρχή θεώρησαν ότι είναι αετός. «Μα ο αετός πετάει» είπε κάποιος και η αλήθεια είναι πως είχε δίκιο. Μήπως ήταν κάποιο ζωάκι που είχε φωλιά κάπου εκεί πάνω. «Δεν έχει ούτε τρύπα ούτε σπηλιά ούτε τίποτα εκεί» είπε κάποιος άλλος και όσο προφανές κι αν ήταν, έπρεπε να ακουστεί κι αυτό. Τα στοιχήματα πέφτανε βροχή και κανείς δεν έδινε σημασία στο χαλασμό των πουλιών πάνω από τα κεφάλια τους. Τα οποία πουλιά, όπως καταλαβαίνετε, είχαν μάθει από ώρα ότι ο κόκορας ρεμπέτης έχει φύγει και πετώντας πάνω από τα βράχια, κατάλαβαν ότι ήταν αυτός. Προσπαθούσαν με τον τρόπο τους να τραβήξουν την προσοχή των ανθρώπων, αλλά φυσικά πού τέτοια τύχη. Οι άνθρωποι βάζαν στοιχήματα. Αντί να τρέξουν προς τα εκεί, να δουν μήπως κάποιο ζωντανό χρειάζεται τη βοήθειά τους.
Μόνο κάποια στιγμή που εμφανίστηκε στο καφενείο το αφεντικό του κόκορά μας, θυμωμένο, με το στόμα γεμάτο κατάρες, με τις τρίχες στο πρόσωπό του να έχουν πνίξει κάθε του έκφραση και άρχισε να λέει βρωμόλογα για τον κόκορά μας που το είχε σκάσει, μόνο τότε κάποιοι άρχισαν να κοιτάνε λίγο καλύτερα τη μαύρη κουκίδα, που αργά αλλά σταθερά ανέβαινε τα απόκρημνα βράχια. «Μα πού ακούστηκε μωρέ κόκορας να σκαρφαλώνει;» και «Πάτε μωρέ στα καλά σας; Κόκορας αναρριχητής; Αυτά δεν βλέπουν ούτε στο μέτρο». Ακούστηκαν πολλά προσβλητικά θα λέγαμε για το πετεινίσιο γένος σχόλια που δεν θα αναπαραχθούν εδώ, προς τιμήν του κόκορά μας, του πρώτου του γένους του και των λοιπών.
Αλλά η σοφή γερόντισσα του χωριού, την οποία από μάγισσα που τη λέγανε, πλέον τη φώναζαν η θεραπεύτρια – γιατί έτσι είναι οι άνθρωποι, μόνο εάν τους βοηθήσεις προσωπικά, θα σταματήσουν να σε προσβάλλουν, κι αυτό όχι πάντα, και όταν θα γίνει θα γίνει από φόβο, μόνο λοιπόν αυτή η γερόντισσα που πλέον μέτραγε 96 χρόνια ζωής κι αν είχαν δει τα μάτια της ζώα και πράγματα, μόνο αυτή κατάλαβε. Κι αν τους το είπε; Να σας πω την αλήθεια, δεν τους το είπε ακόμη. ‘Ηθελε να δώσει λίγο χρόνο ακόμη στον κόκορά μας να κυνηγήσει το όνειρό του. Βλέπετε κι αυτή ήταν περίεργη να δει εάν θα τα κατάφερνε. Πάντα ήταν περίεργη και θαύμαζε τις υπερβάσεις. Και από την καρέκλα της, το κοίταζε. Αυτή δε χρειαζόταν καν κιάλια. Αυτή πάντα κοίταζε τα βράχια. Ήξερε κάθε σπιθαμή τους και κάθε τρύπα τους και κάθε θαμνάκι τους. Ήξερε από πού έσταζε νερό και πού είχαν τη φωλιά τους φίδια και πουλιά και σκουλήκια. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν κι εκείνη ένα κομμάτι των βράχων αυτών. Καθόταν λοιπόν και παρατηρούσε κι αυτή, τη μαύρη κουκκίδα που πλέον είχε προχωρήσει παραπάνω από τα μισά του βράχου.
Ο κόκοράς μας εν τω μεταξύ, που δεν είχε καταλάβει φυσικά τίποτα από όλα αυτά, είχε κουραστεί, τρέμαν τα πόδια του, είχαν ιδρώσει οι φτερούγες του, είχε ξεραθεί το στόμα του, βούιζαν τα αυτιά του, αλλά το βλέμμα του καθαρό κοίταζε την κορυφή του βράχου κάθε τόσο και έπαιρνε δύναμη. Κορυφή και δύναμη. Είχε τέτοια φλόγα μέσα του που δεν τον ένοιαζε καμία σωματική κόπωση.
Το αφεντικό του από την άλλη όταν άκουσε τα σχόλια περί αναρριχητή κόκορα και τα χάχανα και τους θαυμασμούς και τα στοιχήματα, γύρισε την τριχωτή μούρη του κατά τα βράχια και τον είδε. Αυτός πάλι δεν χρειάστηκε να παίξει στοιχήματα. Ήταν σίγουρος ότι αυτή η μαύρη λασπουριά ήταν ο κόκοράς του. Αυτό το ανεπρόκοπο ρεμάλι που τον έχει ατιμάσει όσο τίποτε άλλο. Και το ότι τον έχει ατιμάσει ένας κόκορας, ήταν κάτι που δεν μπορούσε όχι να το χωνέψει, αλλά ούτε να το αρθρώσει σε λέξεις μέσα στη σκέψη του. Αυτός ο άνθρωπος λοιπόν, με την τριχωτή μούρη και τα γυαλιστερά κακιασμένα μάτια, σηκώθηκε χωρίς κουβέντα από το καφενείο και πήγε αργά προς το σπίτι. Δεν θα αναφερθούμε άλλο στη σκέψη και στις κατάρες αυτού του όντος, καθώς δεν ταιριάζουν σε μία ιστορία σαν και τη δική μας για την αναζήτηση του σκοπού και της ελευθερίας, που μόνο φως και χρώματα πρέπει να την περιστοιχίζουν.
Η σοφή γερόντισσα καθόταν στην καρέκλα της και δεν άφηνε το βλέμμα της από τη μαύρη κουκκιδίτσα, η οποία είχε περάσει πια και το θάμνο της αγάπης, όπως αποκαλούσε η γριά το θάμνο στα τρία τέταρτα του βράχου. Σαν παρένθεση στην ιστορία του κόκορά μας αλλά σαν μέρος του όλου, αξίζει να αναφερθεί ότι ο θάμνος της αγάπης ήταν το σημείο του βράχου, που η γριά σοφή πριν από εξήντα χρόνια είχε ανέβει με το σύντροφό της, αναρριχώμενοι και οι δύο, και που στο σημείο εκείνο είχαν ανταλλάξει όρκους παντοτινής αγάπης και πίστης. Ο κόκοράς μας λοιπόν είχε περάσει και το θάμνο της αγάπης και προχωρούσε ακάθεκτος, κοιτάζοντας κάθε λίγο και λιγάκι την κορυφή.
Οι κάτοικοι, ακόμη κι αυτοί με τη θαλασσινή διάθεση, είχαν όλοι στρέψει το βλέμμα στη μαύρη κουκκίδα. Μη σας πω ότι είχαν ειδοποιηθεί και οι κάτοικοι του γειτονικού χωριού και είχαν ξεκινήσει κι αυτοί με αγροτικά, με τρακτέρ, με καϊκια κλπ να καταφθάνουν στο χωριό για να δουν τη μαύρη κουκίδα.
Ο κόκοράς μας τρέμοντας, βάζοντας υπερκοκορίσια δύναμη στα πόδια και στις φτερούγες του και με ισχυρό το κέντρο του προχώραγε ακάθεκτος, κρατώντας το κακάρισμά του για το τέλος, το οποίο ήταν πέντε πηδήματα και τρία φτερουγίσματα μακριά.
Η σοφή γριά ένιωθε όλο της το σώμα και το πνεύμα να είναι μαζί με τον κόκορά μας.
Οι κάτοικοι έπαιζαν στοιχήματα. Είχαν βγάλει μεζεδάκια και τσίπουρα. Κάποιοι ετοίμαζαν και τα όργανα.
Ο παπάς ετοίμαζε τις καμπάνες.
Ο κόκοράς μας έφτανε. Πλησίαζε.
Η σοφή γερόντισσα έσφυζε από ζωή.
Ο κόκοράς μας με ένα τελευταίο γράπωμα του δεξιού νυχιού και με ένα δυνατό φτερούγισμα, σάλταρε πάνω. Είχε φτάσει. Ήταν στην κορυφή. Ήταν μόνος, δυνατός και έτοιμος. Το φτέρωμά του λαμποκοπούσε στον ήλιο του Ιουλίου, το ράμφος του γυάλιζε και το λειρί του ανέμιζε περήφανα. Φανερά συγκινημένος, του παίρνει λίγα λεπτά να συνειδητοποιήσει την υπέρβασή του, το κατόρθωμά του. Λίγο πράγμα μωρέ είναι αυτό; Πού ξανακούστηκε κόκορας να κάνει αυτό που έκανε εκείνος; Ανοίγει το ράμφος του. Ένα μεγάλο θαρραλέο άνοιγμα. Και ένα αμανετζίδικο αλανιάρικο κακάρισμα σε λα μινόρε τράνταξε όλη την πλάση.
«Καααοικοοοοοοιιιιικοοοοοοοο» – ΜΠΑΜ.
Το ξέρω ότι δεν ανέμενε κανείς ένα τέτοιο τέλος. Αλλά ποιος σκέφτηκε τί έκανε η τριχωτή μούρη; Πίστεψε κανείς ότι δεν θα έκανε τίποτα; Ότι θα πήγαινε απλά σπιτάκι του να ταϊσει τις κότες; Μα φυσικά και όχι. Πήγε σπίτι του φυσικά, αλλά για να πάρει την καραμπίνα.
Οι κάτοικοι δυστυχώς δεν μπόρεσαν να δουν τί έγινε με τη μαύρη κουκκίδα, γιατί την ίδια ακριβώς στιγμή του κρότου, η σοφή γερόντισσα άφησε αυτό τον μάταιο κόσμο μετά από 96 χρόνια ζωής και πήγε να συναντήσει τον κόκορά μας.
Ο παπάς τελικά βάρεσε τις καμπάνες.
Και άπαντες οι διαιτητές και κριτές αποφάσισαν να μην ξαναγίνει ο Κακαροδιαγωνισμός, γιατί ίσως ξεσηκώνει τα μυαλά των κοκόρων, που τέλος πάντων μιας και μένουν με τους ανθρώπους, καλό είναι να μην τα έχουν ξεσηκωμένα.
Γράψτε απάντηση στο Αγγελική Ακύρωση απάντησης